Ας μιλήσουμε για τον ιδιοκτήτη καφέ που θεωρεί πως οι Έλληνες είναι τεμπέληδες


Ένας εργοδότης σού κάνει τη χάρη να παίξεις τη ζωή σου κορώνα-γράμματα για 30 ευρώ.

Χθες, έκανε την εμφάνισή του στο Διαδίκτυο ένα δημοσίευμα που ενόχλησε. Για την ακρίβεια, σε πρώτη ανάγνωση, μπορεί και να εξόργησε. Ο τίτλος του περιλάμβανε έναν ιδιοκτήτη καφέ και ένα «δράμα», ενώ στο κείμενο ξεδιπλωνόταν μια άκρατη αλαζονεία, ένα συνεχές τσουβάλιασμα και μια καθόλου πλάγια διαφήμιση ενός μαγαζιού.

Η πρώτη ατάκα με την οποία σε καλωσόριζε το κείμενο ήταν «Οι Έλληνες προτιμούν την ανεργία από το να μοιράζουν καφέδες». Αυτή ήταν η διαπίστωση ενός ιδιοκτήτη καφέ που ψάχνει, όπως λέει, διανομέα εδώ και δυο μήνες, χωρίς να βρίσκει. Μας ενημερώνει δε πως κάνει τη χάρη να δώσει στον διανομέα τέσσερα ευρώ την ώρα για οκτάωρη απασχόληση, δηλαδή 32 ευρώ τη μέρα, και πως τα φιλοδωρήματα φτάνουν τα δέκα ευρώ. Αναρωτιέται λοιπόν πώς είναι δυνατόν αυτά τα χρήματα να μην αποτελούν κίνητρο για τους εργαζόμενους, οι οποίοι κατά την άποψή του θα έπρεπε να κάνουν ουρά και να σκοτώνονται για να κερδίσουν τη θέση εργασίας που προσφέρει.

Το τσουβάλιασμα δεν σταματάει στην πρώτη δήλωση. Πιο κάτω συνεχίζει λέγοντας πως «έρχονται νέοι 19-22 χρονών και ζητάνε να εργαστούν μόνο δυο-τρεις ώρες, ίσα ίσα δηλαδή για να βγάλουν τα έξοδα για τα τσιγάρα και τον καφέ τους», διότι όπως εξηγεί «Προφανώς τα υπόλοιπα έξοδα καλύπτονται από τους γονείς τους και έτσι δεν έχουν τη διάθεση να εργαστούν για περισσότερες από τρεις ώρες». Τεμπέληδες πιτσιρικάδες δηλαδή που για το μόνο που ενδιαφέρονται είναι να πληρώνουν τσιγάρα, καφέδες και εξόδους. Αργόσχολοι που αρνούνται να κουνηθούν από τον καναπέ τους γιατί τα βρίσκουν όλα έτοιμα. Τουλάχιστον έτσι παρουσιάζονται από τον ιδιοκτήτη όσοι αρνούνται να δουλέψουν για ένα οκτάωρο. Υπάρχει μέσα σε όλα αυτά και η άρνησή του να προσφέρει τη θέση σε μετανάστες ή πρόσφυγες που πηγαίνουν να ζητήσουν δουλειά, με την πρόφαση ότι δεν ξέρουν τη γλώσσα. Μέσα στους δυο μήνες που ψάχνει εργαζόμενο βέβαια, ο μετανάστης θα είχε ήδη μάθει τα βασικά. Κι επίσης υπάρχουν μετανάστες που ξέρουν ελληνικά.

Το χειρότερο όμως που επιχειρεί να κάνει είναι να περάσει μήνυμα πως «αφού εγώ προσφέρω δουλειά, δεν υπάρχει ανεργία». Αμφίβολο αν γι’ αυτό ευθύνεται η μεγαλομανία ή η προσπάθεια να διαφημίσει το μαγαζί του δια της πλαγίας οδού. Το να αποφασίσει ένας άνθρωπος να γίνει διανομέας πάντως είναι η έσχατη λύση του. Κι αυτό, επειδή είναι ίσως από τις δυσκολότερες δουλειές που υπάρχουν. Μέσα στη βάρδιά του, ένας ντελιβεράς θα έχει να αντιμετωπίσει τις παραξενιές του πελάτη, του αφεντικού, των οδηγών που θα συναντήσει στον δρόμο. Θα αναγκάζεται να δουλεύει με 40 βαθμούς Κελσίου το καλοκαίρι και βρεγμένος τον χειμώνα, πάνω σε ένα μηχανάκι που τρέχει σε μια ολισθηρή άσφαλτο όσο πιο γρήγορα μπορεί, για να παραδώσει το φαγητό ζεστό.

Όλα για τρία-τέσσερα ευρώ την ώρα, χρήματα τα οποία πηγαίνουν σε βενζίνες και service για το μηχανάκι, για εξοπλισμό όπως το κράνος, τα γάντια, τα αδιάβροχα και ένα σωρό άλλα πράγματα, που συνήθως τίποτα απ’ αυτά δεν είναι του εργοδότη, αλλά του ντελιβερά. Θα πρέπει να αντιμετωπίζει κινδύνους όπως ανθρώπους που περιμένουν να τον φερμάρουν και να πληρώνει τα φαγητά όταν του τα κλέβουν από το κουτί σε περιπτώσεις που έχει σταματήσει για να δώσει μια άλλη παραγγελία.

Κάπως έτσι είναι η καθημερινότητα και το οκτάωρο ενός διανομέα. Κάνει μια δουλειά γεμάτη ελαττώματα, αλλά κυρίως κινδυνεύει πάντα να γίνει είδηση εξαιτίας κάποιου ατυχήματος. Κάθε τόσο άλλωστε, η ειδησεογραφία μάς ενημερώνει πως κάποιος πιτσιρικάς έχασε τη ζωή του εν ώρα εργασίας επειδή κάποιος έστριψε παράνομα, επειδή εκείνος έτρεχε να προλάβει, επειδή κάποιος μιλούσε στο κινητό ή δεν είδε ένα Stop. Όταν περνάς οκτώ ώρες στον δρόμο πάνω σε ένα μηχανάκι, ας μη γελιόμαστε, είναι σπάνιο να μη σου συμβεί κάτι.

Εννοείται, λοιπόν, πως ειδικά ένας νέος άνθρωπος θα ψάξει πρώτα για κάποια άλλη δουλειά. Θα προτιμήσει να γίνει σερβιτόρος ή μπουφετζής, πωλητής ρούχων ή ταμίας σε σούπερ-μάρκετ. Υπάρχουν παιδιά που αναγκάζονται να δουλεύουν ως διανομείς, όμως είναι ξεκάθαρα από τις δουλειές που τις παρατάς μόλις βρεις κάτι καλύτερο ή λιγότερο επικίνδυνο να κάνεις.

Στα εννέα χρόνια κρίσης, σχεδόν όλες οι οικογένειες βίωσαν το πώς είναι να χάνεις τη δουλειά σου. Βίωσαν το άγχος να βρεθεί μια εργασία, ένα μεροκάματο. Έζησαν την απελπισία όταν αυτή η δουλειά ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό απ’ αυτό που ονειρεύτηκαν ή τη χαρά, όταν παράτησαν μια ανυπόφορη απασχόληση, για κάτι καλύτερο. Τα στοιχεία δηλαδή μιλάνε από μόνα τους, διότι η Ελλάδα είναι πρωτοπόρα στην ανεργία ακόμη και σήμερα, με ποσοστά ανεργίας που ξεπερνούν το 20%.

Κι αν κάποιοι ευαγγελίζονται πως «δουλειές υπάρχουν», θα πρέπει να μετρήσουμε πόσοι είναι εκείνοι που έβαλαν στην άκρη σπουδές, όνειρα και φιλοδοξίες για να κάνουν δουλειές που σιχαίνονται, με εργοδότες που θεωρούν πως σου κάνουν τη χάρη όταν σου λένε να παίξεις τη ζωή σου κορώνα-γράμματα για 30 ευρώ.

[Πηγή]