Αγαπητέ οδηγέ, σκέψου λίγο πριν μουντζώσεις έναν νταλικέρη


Όλοι εμείς, που παίρνουμε το αυτοκίνητό μας για να κάνουμε μια βόλτα στους δρόμους, ξεχνάμε πραγματικά πόσο δύσκολο είναι να φτάσουμε στις δουλειές μας και πόσο δύσκολο είναι γενικά να βρισκόμαστε πίσω από ένα τιμόνι εν ώρα αιχμής.

Όταν χρησιμοποιήσουμε το αμάξι μας ως μέσο ψυχαγωγίας δεν ανατρέχουμε ποτέ στις δυσκολίες που ερχόμαστε να αντιμετωπίσουμε κρατώντας το τιμόνι στην καθημερινότητά μας, στη δουλειά μας. Δε θυμόμαστε ποτέ πόσα εμπόδια μπορεί να έχουμε τοποθετήσει σε άλλους οδηγούς με τον τρόπο τον οποίον χειριζόμαστε το ίδιο μας το αμάξι. Βγαίνουμε στην εθνική οδό και θεωρούμε ότι ο δρόμος μας ανήκει. Κάνουμε σαν τρελοί με τέρμα τη μουσική, τραγουδάμε, χορεύουμε και ξαφνικά βλέπουμε μπροστά μας μια νταλίκα. Αμέσως νευριάζουμε, γιατί υποσυνείδητα θεωρούμε ότι θα μας καθυστερήσει αυτό το Scania, ενώ στην ουσία δε βιαζόμαστε καν να πάμε κάπου. Βόλτα κάνουμε, ενώ ο οδηγός της νταλίκας εκείνη τη στιγμή εργάζεται.

Αρκετές φορές αρχίζουμε και βρίζουμε μόλις δούμε ένα φορτηγό στο δρόμο, χωρίς να υπάρχει λόγος, χτυπάμε το χέρι στο τιμόνι και ξεφυσάμε. Όλο αυτό γίνεται επειδή κάπου κάποτε κάποιος μας είπε κάτι για μια φήμη η οποία υπάρχει για αυτό το επάγγελμα. Αλήθεια τώρα, εμείς κατηγορούμε όλους τους άλλους για τα τάχα κουτσομπολιά που αραδιάζουν εις βάρος μας κι έπειτα ερχόμαστε και γινόμαστε ίδιοι κι ίσως και χειρότεροι από αυτούς; Εμείς συμπεριφερόμαστε ρατσιστικά εναντίον αυτών των ανθρώπων. Εγώ θα σου πω ότι ναι, οι κακές φήμες για τον συγκεκριμένο κλάδο και τα, τάχα μου, κακά παιδιά των δρόμων ισχύουν, αλλά πες μου εσύ ότι δε γίνονται όλα αυτά παντού.

Συμπεριφερόμαστε ανάρμοστα επειδή μια νταλίκα προσπαθεί να στρίψει έχοντας κλείσει το δρόμο για μερικά λεπτά. Δεν αναλογιζόμαστε ποτέ γιατί έκλεισε το δρόμο, ποιο είναι αυτό το εμπόδιο πού δεν την αφήνει να στρίψει με ευκολία για να πάμε όλοι στις δουλειές μας. Μα κοίταξε λίγο, θα δεις παρκαρισμένο αυτοκίνητο εκεί ακριβώς στη γωνία που κλείνει τον δρόμο και παράλληλα την κυκλοφορία. Σε αυτό το στενό το φορτηγό πρέπει να μπει, για να ξεφορτώσει στο σούπερ μάρκετ που βρίσκεται λίγο πιο κάτω τα γάλατα.

Όταν βλέπουμε ένα φορτηγό στο δρόμο δε σκεφτόμαστε ποτέ τι φορτίο κουβαλάει, από πού έρχεται ή προς τα πού πηγαίνει. Μας αφήνει παγερά αδιάφορους. Δε μας περνά απ’ το μυαλό ότι αυτός ο άνθρωπος μπορεί να είναι και μια εβδομάδα στο δρόμο. Δεν έχει δει την οικογένειά του, τα παιδιά του. Έρχεται κάθε μέρα αντιμέτωπος με συνθήκες κάποιας εθνικής, κάποιου επαρχιακού δρόμου. Πρέπει να παλέψει με την κούρασή του και να έχει τα μάτια του δεκατέσσερα. Δεν μπορεί να αφήσει τα προβλήματά του να τον επηρεάσουν εκείνη τη στιγμή, το τιμόνι που κρατά χρήζει τη μέγιστη προσοχή του, ώστε να μην προκαλέσει κανένα κακό. Να μην εμπλακεί σε κάποιο δυστύχημα, για να μπορείς κι εσύ να φτάσεις στον προορισμό σου με ασφάλεια, όπως κι εκείνος.

Ωραία όλα αυτά, όλες οι δουλειές είναι δύσκολες, όλοι έχουμε προβλήματα, έτσι δεν είναι; Ναι, η αλήθεια είναι αυτή. Κι ο δικός μας δρόμος δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα, αλλά ας μην είμαστε τόσο εγωιστές. Αν δεν υπήρχαν αυτοί οι άνθρωποι, αν δεν υπήρχαν αυτές οι νταλίκες-βυτία δε θα είχες βενζίνη, πετρέλαιο, γκάζι στο αυτοκίνητό σου να κάνεις τη βόλτα σου αυτή τη στιγμή. Τα μεγάλα εργοστάσια παράγουν κάποια απ’ τα αγαθά τα οποία χρειαζόμαστε στην καθημερινότητά μας κι αν δεν υπήρχαν οι νταλίκες δε θα είχαν πώς να τα διοχετεύσουν στην αγορά.

Την επόμενη φορά πριν ξεστομίσουμε διάφορα εναντίον τους, πρέπει να αναλογιστούμε πως χωρίς αυτούς τους ανθρώπους δε θα μπορούσαμε να έχουμε όλα αυτά τα απαραίτητα προϊόντα που κάνουν τη ζωή μας καλύτερη κι ευκολότερη. Κάνει ένα επάγγελμα που εμείς δε θα είχαμε τα κότσια να τολμήσουμε. Χειρίζεται μια τεράστια μηχανή η οποία σε εμάς φαίνεται βουνό. Δεν έχει κάποιο στάνταρ ωράριο, φεύγει απ’ το σπίτι του ξημερώματα και μπορεί να γυρίσει μετά από μέρες. Δουλεύει non stop, δεν έχει αργίες, γιορτές. Βρίσκεται στο δόμο, όταν εμείς είμαστε με την οικογένεια μας τα Χριστούγεννα κι αυτός αν είναι τυχερός θα προλάβει την αλλαγή του χρόνου με τα παιδιά του αγκαλιά. Τα γενέθλιά του τα περνά μονός πίσω από ένα τιμόνι.

Τα βράδια η συντρόφια του είναι η μουσική και τα φώτα της εθνικής οδού. Ένα τηλέφωνο πού και πού από τους αγαπημένους του ανθρώπους. Ένα μήνυμα παρηγοριάς. Αυτά κάνει ώστε μη νιώθει μονός. Για φαγητό θα σταματήσει σε κάποιο ξεχασμένο ταβερνάκι στη μέση του πουθενά ή καμιά καντίνα. Θα πλυθεί σε βενζινάδικο και θα κοιμηθεί μέσα στο φορτηγό. Είναι σκληροί άνθρωποι, το τιμόνι τους έκανε, αλλά έχουν μια καρδιά μάλαμα. Βγάζουν το ψωμί τους όπως κι εμείς απλώς υπό άλλες συνθήκες, εμφανώς δυσκολότερες.

Δεν υπάρχει λόγος να τσαντίζεσαι κάθε φορά όταν συναντάς μια νταλίκα, απλά δείξε υπομονή. Αν είσαι σε δρόμο ταχείας κυκλοφορίας και βιάζεσαι, αναβόσβησε τα φώτα σου, θα σε δει, θα σε αφήσει να περάσεις. Μην κόλλας πίσω του λες κι είσαι σε ράλι, δε θα μπορεί να σε αντιληφθεί με ευκολία. Αν μπορείς να δεις το αυτοκίνητό σου μέσα απ’ τους καθρέφτες του θα σε προσέξει κι εκείνος.

Δουλεύεις για να αγοράζεις πράγματα, που σου είναι αναγκαία, δουλεύει για να τα βρίσκεις στα ράφια.

[Πηγή]